close
Share with your friends

Οι ασφαλιστές που θα εξαφανιστούν από τον χάρτη

Συνέντευξη του Φίλιππου Κάσσου, Γενικός Διευθυντής, Ελεγκτικές Υπηρεσίες, KPMG στην ιστοσελίδα insuranceworld.gr

Συνέντευξη του Φίλιππου Κάσσου στην ιστοσελίδα insuranceworld.gr

Οι ασφαλιστικές διατείνονται ότι έχουν ψηφιακά μετασχηματιστεί προσαρμόζοντας τα προϊόντα τους στις ανάγκες του πελάτη. Εν τούτοις, η ασφαλιστική διείσδυση δεν έχει αυξηθεί. Έχει γίνει κάποιο λάθος στον μετασχηματισμό, δεν έχουν μελετήσει καλά τις ανάγκες του πελάτη, λείπουν κάποια συστατικά για να καινοτομήσουν, ή μέχρι εκεί μπορεί να φτάσει το ποσοστό διείσδυσης, και θα πρέπει να φροντίσουν να αυξήσουν την διατηρησιμότητα στα χαρτοφυλάκια τους;

Θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι έχει ολοκληρώσει τον ψηφιακό μετασχηματισμό του και περιμένει να δει άμεσα τα αποτελέσματα αυτού στην αύξηση της παραγωγής ή και τη διατηρησιμότητας του χαρτοφυλακίου του. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι μια σύνθετη και συνεχής διαδικασία που απαιτεί προσαρμογή και επικαιροποίηση ανάλογα με την ανάπτυξη των νέων καινοτόμων τεχνολογιών αλλά και την κατανόηση του τρόπου συμπεριφοράς του πελάτη και της ανάλυσης των μεγάλων δεδομένων (mega data and analytics).

Από τη φύση του ο ασφαλιστικός κλάδος είναι μία πολύπλοκη βιομηχανία με μεγάλο αριθμό προϊόντων-λύσεων, πλήθος από μεσάζοντες, πολύπλοκα μοντέλα τιμολόγησης τα οποία συχνά είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένα στον ενδιαφερόμενο.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι  οι καταναλωτές έχουν περισσότερη δύναμη από ποτέ με πληθώρα επιλογών, με τις προσδοκίες εξυπηρέτησης και εξατομίκευσης να αυξάνονται διαρκώς, ενώ η εμπιστοσύνη τους στις ασφαλιστικές εταιρείες να παραμένει χαμηλή. 

Η απλοποίηση της Εμπειρίας του Πελάτη είναι απαραίτητη προκειμένου οι ασφαλιστικές εταιρείες να αυξήσουν την αλληλεπίδραση με τους πελάτες τους και να ανταποκριθούν με τη σειρά τους στις εμπειρίες που οι καταναλωτές ήδη βιώνουν σε άλλους κλάδους, όπως ο τραπεζικός ή το λιανικό εμπόριο.

Κατά βάση, οι ασφαλιστικές εταιρείες χρειάζεται να κατανοήσουν και να καλύψουν τις πλήρεις ανάγκες των πελατών τους σε όλα τα διαφορετικά σημεία επαφής μαζί τους. Η αλληλεπίδραση με τις ασφαλιστικές εταιρείες θα πρέπει να είναι εύκολη για τους καταναλωτές, οι οποίοι χρειάζεται να πιστεύουν πως μπορούν να βασίζονται στην ασφαλιστική τους εταιρεία όταν και εφόσον χρειαστεί. Οι πελάτες αναμένουν συνδεδεμένες υπηρεσίες με τις οποίες θα είναι εύκολο να αλληλοεπιδράσουν χωρίς σημεία τριβής. Οι νεοφυείς ασφαλιστικές εταιρείες (InsurTechs) πρωτοπορούν, επανεξετάζοντας, εξορθολογώντας και απλοποιώντας ολόκληρη την Εμπειρία Πελάτη.

Γιατί οι ασφαλιστικές μιλάνε για καινοτομία την στιγμή που διατηρώντας τις υποδομές παλαιάς τεχνολογίας αποτρέπουν την καινοτομία;

Έχουμε σημειώσει και στο παρελθόν ότι ανάμεσα στα στρατηγικά διλήμματα των ασφαλιστών είναι ο χρόνος υλοποίησης ενός ψηφιακού μετασχηματισμού δεδομένου της ύπαρξης σημαντικών υποδομών παλαιότερης τεχνολογίας, η οποία ωστόσο εξυπηρετεί ακόμη και σήμερα της βασικές ανάγκες της επιχείρησης. Όλοι συμφωνούν στην αναγκαιότητα του ψηφιακού μετασχηματισμού με χρήση καινοτόμων τεχνολογιών, ωστόσο το κόστος αλλαγής της τεχνολογικής υποδομής μίας ασφαλιστικής είναι ιδιαίτερα σημαντικό και οι αποδόσεις του χώρου ολοένα λιγότερο ελκυστικές από τους επενδυτές που αποφεύγουν την τοποθέτηση νέων κεφαλαίων με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. 

Το ζήτημα του ψηφιακού μετασχηματισμού δεν είναι καινούργιο, ωστόσο η ταχύτητα των αλλαγών στο χώρο αυτό και ο φόβος ότι τα περιθώρια χρόνου στενεύουν με τους ανταγωνιστές ή νεοεισερχόμενους να αποκτούν σημαντικό προβάδισμα, αποτελεί την αφορμή για άμεση αξιολόγηση και λήψη αποφάσεων.

Πολλοί θεωρούν ότι ο ασφαλιστικός κλάδος είναι από τους τελευταίους στην εφαρμογή και υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και κατά συνέπεια αν δεν υπάρχει ραγδαία αλλαγή θα δημιουργηθεί, αν δεν έχει γίνει ως ένα βαθμό ήδη, γόνιμο έδαφος για την διείσδυση αλλά και την επικράτηση νέων παιχτών, όπου οι ασφαλιστές με τις παραδοσιακές τεχνικές, στρατηγικές και συστήματα θα εξαφανιστούν από τον χάρτη. Αυτό δεν είναι κάτι ασυνήθιστο σε άλλους κλάδους της αγοράς, άρα δεν μπορεί να αποκλειστεί κάτι ανάλογο και στις ασφάλειες.

Για τις παραδοσιακές ασφαλιστικές εταιρείες είναι σημαντικό να επιλυθούν τα ζητήματα των τεχνολογικών υποδομών παλαιού τύπου (legacy systems) και να αντικατασταθούν με υποδομές ικανές να υποστηρίξουν τη νέα ψηφιακή εποχή. Πολλές ασφαλιστικές εταιρείες επιβαρύνονται από ένα μονολιθικό επιχειρησιακό και τεχνολογικό περιβάλλον απόρροια χρόνων απόκτησης διάφορων  τεχνολογιών, χωρίς μία σαφή εικόνα της τελικής αρχιτεκτονικής των συστημάτων/ τεχνολογίας. Η επίλυση παλαιότερων θεμάτων τεχνολογικής υφής και η δημιουργία ψηφιακών λύσεων θα πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα. Διαφορετικά, οι εταιρείες δεν θα είναι σε θέση να καινοτομούν και να εξαγάγουν δεδομένα απαραίτητα για την εξατομίκευση της εμπειρίας του πελάτη.

 

Ο σχεδιασμός του φορολογικού συστήματος παραμένει χρόνια στην ατζέντα προτεραιοτήτων της ασφαλιστικής αγοράς. Η επιλογή λογιστικής βάσης και για την φορολογική χρήση πλεονεκτεί ή μειονεκτεί έναντι της εποπτικής βάσης. Τι είναι προτιμητέο για την ελληνική ασφαλιστική αγορά;

Η φορολόγηση εισοδήματος στις ασφαλιστικές εταιρείες ζωής, περιουσίας και ατυχημάτων ήταν ανέκαθεν πολύπλοκο ζήτημα. Στον παρελθόν έχουν γίνει πολλές μελέτες και προσπάθειες διεθνώς για να εξετάσουν το θέμα αυτό, ενώ οι όποιες αλλαγές στη φορολόγηση δεν ακολουθούσαν τις εξελίξεις στη βιομηχανία εξαιτίας της δυσκολίας κατανόησης των ασφαλιστικών προβλέψεων που απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις.

Συγκεκριμένα στην περίπτωση των ασφαλίσεων ζωής που συνίσταται και το ιδιαίτερο πρόβλημα πολυπλοκότητας, τα διάφορα κράτη έχουν επιλέξει μια ποικιλία μεθόδων για να προσπαθήσουν να φορολογήσουν το εισόδημα που προκύπτει από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Οι μελέτες αυτές αναλύουν τα πολιτικά και τεχνικά προβλήματα που προκύπτουν στο σχεδιασμό ενός αποτελεσματικού μέσου φορολογίας εισοδήματος.

Οι μελετητές σε χώρες ανά τον κόσμο έχουν αξιοποιήσει ενίοτε την εκτεταμένη πρακτική εμπειρία τους στο σχεδιασμό ενός φορολογικού συστήματος για τον ασφαλιστικό κλάδο. Ωστόσο κατά το σχεδιασμό έχουν ανακύψει πολιτικά ερωτήματα που αντιμετωπίζουν οι υπεύθυνοι για τη χάραξη της φορολογικής πολιτικής που περιλαμβάνει και κριτική ανάλυση των διαφόρων τεχνικών ζητημάτων που προκύπτουν από τη μετατροπή της θεωρίας στην πράξη.

Στις πλείστες των περιπτώσεων, η φορολογική βάση των ασφαλιστικών προβλέψεων είναι διαφορετική της λογιστικής βάσης, διότι η τελευταία συνήθως περιλαμβάνει πιο πολύπλοκους κανόνες που μπορεί να εμπεριέχουν και επιλογές της διοίκησης που επηρεάζουν το φορολογικό αποτέλεσμα.

Ο πιο συχνός προβληματισμός των φορολογικών αρχών έγκειται στην επιλογή της κατάλληλης φορολογικής βάσης μεταξύ εποπτικών (Solvency I και ΙΙ) και λογιστικών αναφορών από πλευράς φορολογικής σταθερότητας, τον περιορισμό των επιλογών των διοικήσεων και της δυνατότητας ελέγχου από πλευράς φορολογικής διοίκησης.

Αυτό που είχε προκριθεί στην Ελλάδα μέχρι σήμερα όσο και σε πολλές δικαιοδοσίες είναι η χρήση των εποπτικών αναφορών του πρώτου πλαισίου φερεγγυότητας (Solvency I) λόγω του ελέγχου από τις εποπτικές αρχές, κάτι που ωστόσο δεν ισχύει πλέον λόγω της άφιξης του νέου πλαισίου φερεγγυότητας ΙΙ (Solvency II) από το 2016. Δηλαδή, η φορολογική βάση στην Ελλάδα παραμένει στο Solvency I (ΝΔ 400/ 70), το οποίο ωστόσο ως κανονιστικό πλαίσιο έχει ήδη καταργηθεί και δεν ελέγχεται από τις εποπτικές αρχές και κατά συνέπεια δεν υφίσταται και ο λόγος της επιλογής της.

Επιπλέον, η προετοιμασία των επιχειρήσεων για την εφαρμογή του νέου λογιστικού προτύπου ΔΠΧΑ 17 περιπλέκει ακόμη περισσότερο την όποια απόφαση που θα κληθούν να λάβουν οι φορολογικές αρχές και αφορά είτε την μετάβαση στο νέο εποπτικό πλαίσιο ή την αλλαγή στάσης με επιλογή λογιστικής βάσης και για φορολογική χρήση.

Θεωρούμε ότι η αξιολόγηση για αναθεώρηση του νομοθετικού πλαισίου είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό με συνδρομή όλων των εμπλεκόμενων φορέων, διότι στη παρούσα φάση οι εταιρείες βρίσκονται στη διαδικασία αλλαγής ή και αναβάθμισης των πληροφοριακών συστημάτων για την εφαρμογή του νέου λογιστικού προτύπου που απαιτεί σημαντικές επενδύσεις. Κατά συνέπεια οι οποιεσδήποτε αλλαγές θα πρέπει να είναι γνωστές πριν την ολοκλήρωση της αναβάθμισης των πληροφοριακών συστημάτων. Σε αντίθετη περίπτωση τυχόν αποφάσεις που θα ληφθούν μετά την υιοθέτηση του λογιστικού προτύπου θα επηρεάσουν σημαντικά το κόστος των επενδύσεων αυτών.

Ποια είναι η εικόνα της χρηματοοικονομικής κατάστασης και φερεγγυότητας των ελληνικών ασφαλιστικών; Όλες οι ασφαλιστικές μελετούν τους ίδιους δείκτες για να εκδώσουν την φερεγγυότητα τους; Οι δείκτες υπολογίζονται με ένα τρόπο ή οι υπολογισμοί ποικίλλουν;

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση τη KPMG για την ασφαλιστική αγορά με στοιχεία του 2018 ο μέσος όρος του δείκτη Φερεγγυότητας (SCR) ανέρχεται στο 180% περίπου με αυξητικές τάσεις από το 2016 που ήταν στο 165%. Σε σχέση με την προηγούμενη χρήση δεν παρατηρούνται ιδιαίτερες μεταβολές, που αναδεικνύει την ασφάλεια κεφαλαίων που παρέχουν οι ελληνικές επιχειρήσεις. Στην ανάλυση βασικών κινδύνων που απαρτίζουν και τον βασικό δείκτη, δεν παρατηρούμε σημαντική μεταβολή σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Οι Ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις διατηρούν υψηλή φερεγγυότητα και κεφαλαιακή επάρκεια, αν και υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι τιμές λαμβάνουν υπόψη τυχόν μεταβατικά μέτρα. Το σημερινό περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων επηρεάζει και τους δείκτες ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, που παραμένουν ωστόσο σε υψηλά και ασφαλή επίπεδα.

Όσον αφορά στον υπολογισμό, ο βασικός δείκτης φερεγγυότητας προκύπτει από το κλάσμα των εποπτικών επιλέξιμων κεφαλαίων προς το ποσό της απαίτησης κεφαλαίου φερεγγυότητας. Όσο περισσότερα είναι τα διαθέσιμα κεφάλαια της ασφαλιστικής ή και όσο μικρότερο είναι το απαιτούμενο ποσό φερεγγυότητας τόσο μεγαλύτερος είναι ο βασικός δείκτης.

Η απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας είναι το ποσό των κεφαλαίων που οι ασφαλιστικές (και αντασφαλιστικές) εταιρείες υποχρεούνται να κατέχουν βάσει της οδηγίας Solvency II της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να μπορούν να επιβιώσουν τις πιο ακραίες αναμενόμενες απώλειες κατά τη διάρκεια ενός έτους, με διάστημα εμπιστοσύνης στο 95%. Το ποσό της απαίτησης κεφαλαίων προέρχεται από το άθροισμα των απαιτούμενων κεφαλαίων για τους επιμέρους κινδύνους που ενσωματώνει ο υπολογισμός, όπως οι κίνδυνοι από την ανάληψη ασφαλιστικών εργασιών, τον κίνδυνο αγοράς, τον λειτουργικό κίνδυνο και τους λοιπούς κινδύνους που αντιμετωπίζει μία ασφαλιστική και πρέπει να υπολογίζεται εκ νέου τουλάχιστον μία φορά το χρόνο.

Ο υπολογισμός είναι κοινός για όλους τους ασφαλιστές που εφαρμόζουν την βασική φόρμουλα όπως ορίζει η οδηγία. Υπάρχει η δυνατότητα τροποποίησης των επιμέρους υπολογισμών μόνο κατόπιν άδειας της εποπτικής αρχής. Ωστόσο σχεδόν το σύνολο της Ελληνικής Αγοράς ακολουθεί την βασική φόρμουλα, και οι τυχόν εγκεκριμένες τροποποιήσεις δεν έχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. 

Γιατί υπάρχουν αποκλίσεις στο αποτέλεσμα των δεικτών (SCR) μεταξύ μεταβατικών και μη μεταβατικών μέτρων; Τι σημαίνει αυτό για την ασφαλιστική και τι για τον πελάτη που μάλλον δεν μπορεί να κατανοήσει τίποτα από όλα αυτά;

Κατά την εφαρμογή του Solvency II το 2016, η οδηγία περιλάμβανε μια σειρά μέτρων για την εξασφάλιση της ομαλής μετάβασης από το Solvency I διότι η επιβάρυνση σε απαιτούμενα κεφάλαια ήταν σημαντική για πολλές εταιρείες και ιδιαίτερα αυτές με σημαντικά χαρτοφυλάκια ζωής και υγείας  μακροχρόνιας ασφάλισης.

Τα μεταβατικά μέτρα είναι σχετικά με την αποτίμηση των τεχνικών προβλέψεων με τρόπο που βοηθούν τη μετάβαση σε ένα καθεστώς που είναι συνεπές με την τρέχουσα αγορά, σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς που ο υπολογισμός των ασφαλιστικών αποθεματικών δεν ήταν συνεπές με την αγορά. Η οδηγία δίνει περιθώριο σε αυτούς τους ασφαλιστές 16 χρόνια προσαρμογής στο νέο πλαίσιο.  

Σύμφωνα με την οδηγία υπάρχουν δύο μεταβατικά μέτρα που επιτρέπουν στους ασφαλιστές να:

  • υπολογίζουν τις τεχνικές προβλέψεις τους χρησιμοποιώντας τα προεξοφλητικά επιτόκια της οδηγίας Solvency I, ή
  • υπολογίζουν τις τεχνικές προβλέψεις σύμφωνα με τους κανόνες Φερεγγυότητας Ι.

Τα μεταβατικά μέτρα ισχύουν μόνο για τεχνικές προβλέψεις και για ασφαλιστήρια συμβόλαια που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη του καθεστώτος Solvency II, και αναμένεται να καταργηθούν στο τέλος της μεταβατικής περιόδου. 

Με την πάροδο των ετών, και έτος αφετηρίας το 2016, σε περίπτωση που η προσαρμογή δεν γίνεται όπως έχει σχεδιαστεί και εγκριθεί από τις εποπτικές αρχές, υπάρχει η απαίτηση από τις εποπτικές αρχές για επίσπευση της προσαρμογής μέσω λήψης κατάλληλων διοικητικών μέτρων που μπορεί να αφορούν την μείωση αναλήψεων νέων κινδύνων, την αντασφάλιση ή και την άμεση καταβολή κεφαλαίων ανάλογα με το πρόβλημα.

Θεωρώ ότι τόσο οι ασφαλιστές όσο και οι ασφαλισμένοι δεν έχουν λόγους να ανησυχούν διότι οι εποπτικές αρχές μέσω της συνεχής εποπτείας διαθέτουν μηχανισμούς για έγκαιρη προειδοποίηση και λήψη των κατάλληλων μέτρων σε περίπτωση αναμενόμενης αδυναμίας εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων, διασφαλίζοντας την ομαλή λειτουργία της Εταιρείας και της αγοράς.

Σε αυτό συμβάλει και η ύπαρξη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που διασφαλίζει ότι μία ασφαλιστική εταιρεία θα κατέχει απαιτούμενα ελάχιστα κεφάλαια έτσι ώστε να διασφαλίζεται η επάρκεια στο διάστημα ενός έτους σε μικρότερα ποσοστά εμπιστοσύνης.

Στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι η εποπτική αρχή της Ελλάδος, σε αντίθεση με άλλες εποπτικές αρχές της Ευρώπης, δεν επιτρέπει τον υπολογισμό και επομένως την κάλυψη των ελάχιστων απαιτούμενων κεφαλαίων με μεταβατικά μέτρα, που αποτελεί μία ακόμη διασφάλιση των Ελλήνων ασφαλισμένων.  

Που οφείλεται η πτώση απόδοσης του ενεργητικού και των ίδιων κεφαλαίων των ασφαλιστικών;

Μετά από συνεχή έτη αύξησης των Ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων αισθητή ήταν η πτώση τους το 2018 κατά 7% περίπου τα οποία ανέρχονται πλέον στο 18.7% του Ενεργητικού σε σχέση με το 20% περίπου που ήταν τα προηγούμενα έτη. Η ανωτέρω πτώση στα Ίδια Κεφάλαια ήταν τόσο σημαντική που κάλυψε και την υψηλή κερδοφορία του έτους. Η καθαρή αρνητική μεταβολή προέρχεται κυρίως από τη μείωση των αποθεματικών τρέχουσας αξίας, από χρεόγραφα λόγω πτώσης τιμών και των αρνητικών επιτοκίων, καθώς και λοιπές κινήσεις που αφορούσαν σε ρευστοποίηση χαρτοφυλακίου για ενίσχυση κερδοφορίας. Επιπλέον, παρατηρήθηκαν επιλεκτικές επιστροφές κεφαλαίου και καταβολή μερισμάτων, καθώς και λοιπές κινήσεις ύψους Ευρώ 200 εκατ. περίπου.

Σε κάθε περίπτωση το ύψος των Ιδίων Κεφαλαίων παραμένει υψηλό καλύπτοντας πλήρως τις Εποπτικές Απαιτήσεις

Θα μπορούσε η κατανομή επενδυτικού χαρτοφυλακίου να αλλάξει τις αποδόσεις σταθερού εισοδήματος των ασφαλιστικών; Θα επηρεάζονταν οι αποδόσεις των ίδιων κεφαλαίων;

Η εποχή των αρνητικών επιτοκίων και χαμηλών αποδόσεων στην Ευρώπη έχει επηρεάσει, όπως ήταν αναμενόμενο, και τις αποδόσεις στην Ελλάδα με συνεχή πτωτική πορεία τα τελευταία χρόνια.

Εμφανείς είναι οι διαφοροποιήσεις στη σύνθεση χαρτοφυλακίου μεταξύ ελληνικών επιχειρήσεων και μέσου όρου Ευρωπαϊκών ασφαλιστικών και αφορούν κυρίως τις τοποθετήσεις σε μετοχικά και λοιπά χαρτοφυλάκια –πλην ομολόγων και UL- που προσφέρουν συνήθως υψηλότερες αποδόσεις αλλά και κινδύνους. Οι επενδύσεις αυτές στην Ευρώπη αφορούν το 30% περίπου του συνολικού χαρτοφυλακίου σε αντίθεση με την Ελλάδα που αφορούν μόνο το 12% περίπου. Οι ελληνικές ασφαλιστικές φαίνονται ακόμη διστακτικές για επενδύσεις σε μετοχικούς τίτλους λόγω κυρίως κακής εμπειρίας στο παρελθόν. Ωστόσο παρατηρήθηκε αύξηση το 2018 έναντι της προηγούμενης χρήσης στους μη-εισηγμένους μετοχικούς τίτλους, ιδιαίτερα στις μικτές επιχειρήσεις από 28% το 2017 σε 42% το 2018, που παρέσυρε τη βαρύτητα στο σύνολο σε 17% έναντι 13% το 2017 και 10% το 2016, αυξάνοντας τους κινδύνους ρευστότητας με επίπτωση σε αυξημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Από την τελευταία έκθεση της KPMG εξάγεται και το συμπέρασμα ότι οι Έλληνες ασφαλιστές δεν εμπιστεύονται ακόμη τις μεγαλύτερες αποδόσεις που συνήθως προσφέρουν τα εταιρικά ομόλογα, ενώ δε φαίνεται να συμμετέχουν ενεργά στις νέες εκδόσεις του ελληνικού χρηματιστηρίου.

Οι τοποθετήσεις σε μετοχικούς ή και μη εισηγμένους τίτλους ακόμη και σε εκδότες ομολογιακών τίτλων με χαμηλή πιστοποιημένη πιστοληπτική διαβάθμιση, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προσφέρουν μεγαλύτερες και σταθερές αποδόσεις μέσω αυξημένων επιτοκίων, ωστόσο λόγω των κινδύνων που ενσωματώνουν επιβαρύνουν τις Εταιρείες με επιπλέον απαιτούμενα κεφάλαια. Σε περίπτωση που ασφαλιστές δεν διαθέτουν πλεονάζοντα κεφάλαια ή δεν έχουν την δυνατότητα για άμεση κάλυψη κεφαλαίων σε περίπτωση απωλειών αποφεύγουν τις τοποθετήσεις σε τίτλους που επιβαρύνουν τους κεφαλαιακούς δείκτες. Δυστυχώς για τους επενδυτές όσο μεγαλύτερα είναι τα ίδια Κεφάλαια που δεσμεύουν τόσο μικρότερες είναι και οι αποδόσεις τους.

Πώς βλέπετε τις προοπτικές της αγοράς και των επιμέρους βασικών κλάδων;

Η σταδιακή μείωση της ανεργίας και η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος το 2018 και 2019 είχαν δημιουργήσει κατάλληλες συνθήκες με επακόλουθη την ανοδική τάση στην ιδιωτική κατανάλωση για ασφάλιση που είδαμε στα τελευταία δύο έτη και που αναμένονταν να συνεχιστεί και το 2020.

Δυστυχώς ωστόσο οι επιπτώσεις από την πανδημία της νόσου COVID-19 δεν έχουν αφήσει ανεπηρέαστη και την ασφαλιστική αγορά και οι όποιες προβλέψεις που είχαν γίνει για το 2020 δεν έχουν καμία επαφή με την πραγματικότητα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο σε αυτές τις συνθήκες να διεξαχθούν οι όποιες προβλέψεις διότι η πανδημία δεν έχει ολοκληρώσει όλα τα στάδιά της.  Παρατηρούμε σημαντικές αποκλίσεις στις προβλέψεις για την ελληνική οικονομία η οποία, όπως όλες οι οικονομίες του νότου, είναι και σημαντικά εξαρτώμενη από τον τουρισμό. 

Όπως και όλοι οι λοιποί κλάδοι της οικονομίας που επηρεάστηκαν από την εξάπλωση του κορωνοϊού και το κλείσιμο μεγάλου μέρους της εμπορικής δραστηριότητάς, έτσι και στην ασφαλιστική αγορά αναμένεται μείωση της παραγωγής, το ύψος της οποίας, θα εξαρτηθεί από την πορεία της Ελληνικής Οικονομίας.

Στις γενικές ασφαλίσεις και ιδιαίτερα στους κλάδους του αυτοκινήτου παρατηρήθηκε σημαντική βελτίωση της συχνότητας και σφοδρότητας των ατυχημάτων στην περίοδο του lockdown κάτι που συμβάλει θετικά στην κερδοφορία. Επιπλέον το μη δουλευμένο μέρος των ασφαλίσεων που είχαν συναφθεί το προηγούμενο έτος και αφορά το 2020 συμβάλει στην διατήρηση των εσόδων παρόλο την μείωση της νέας παραγωγής. Μην ξεχνάμε ότι ο κλάδος αυτός επηρεάζεται και από τον τουρισμό μέσω της ασφάλισης του στόλου των οχημάτων “rent a car” που αναμένεται να «εξαφανιστεί» στην τρέχουσα περίοδο. Στις ασφαλίσεις Ζωής και Υγείας, οι εκτιμήσεις είναι περισσότερο πολύπλοκες και επηρεάζονται σημαντικά από το ύψος της νέας παραγωγής αλλά και της διαχείρισης του ιατρικού κόστους μέσω των κατάλληλων συνεργασιών. Στους κλάδους αυτούς τα περιθώρια κερδών είναι εξαιρετικά χαμηλά. 

Η μείωση της νέας παραγωγής στα προϊόντα επενδυτικού τύπου εκτός από την άμεση επίπτωση στον τζίρο των επιχειρήσεων αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά και την κερδοφορία μέσω της μειωμένης εισπραττόμενης αμοιβή διαχείρισης. 

Μια δύσκολη χρονιά για τους ασφαλιστές το 2020, το στοίχημα είναι πλέον για το 2021.

Σχετικό περιεχόμενο

© 2021 KPMG Ορκωτοί Ελεγκτές Α.Ε., Ελληνική Aνώνυμη Εταιρεία και μέλος του διεθνούς οργανισμού ανεξάρτητων εταιρειών-μελών της KPMG συνδεδεμένων με την KPMG International Limited, ιδιωτική Αγγλική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εγγυητικές εισφορές. Με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος. 


Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη δομή του διεθνούς οργανισμού της KPMG παρακαλώ επισκεφτείτε τη σελίδα https://home.kpmg/governance.